Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιον Όρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άγιον Όρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2011

Άγιον Όρος ή όρος Άθως;

Η επιχειρούμενη αλλαγή του νοήματος μιας έννοιας.

Μοναστήριον - Χρηματιστήριον - Εργαστήριον

Τρεις λέξεις της γλώσσας μας, σύνθετες, ομοιοκατάληκτες. Ας τις αναλύσουμε λοιπόν.




Εργαστήριον σημαίνει χώρος στημένος, εγκατεστημένος και εξοπλισμένος, εντός του οποίου εργάζονται.




Χρηματιστήριον αντιστοίχως σημαίνει χώρος στημένος, εγκατεστημένος και εξοπλισμένος, εντός του οποίου εργάζονται με αντικείμενο τα χρήματα.



Μοναστήριον δε, σημαίνει χώρος στημένος, εγκατεστημένος και εξοπλισμένος, εντός του οποίου εργάζονται με αντικείμενο την "κατά μόνας" ζωήν, δηλαδή διαβιώνουν μοναχοί με πρώτο και κύριο έργο τους την κατά το δυνατόν ένωσή τους με τον Θεό. Εάν μεν εξετάσουμε τον χώρο του Μοναστηρίου, παρατηρούμε ότι είναι στημένος σε μακρινή και δύσβατη τοποθεσία με την ελάχιστη πρόσβαση, εγκατεστημένος κατόπιν Θείας εντολής (προς τους αναδόχους Αγίους) και εξοπλισμένος άρτια για την διεκπεραίωση του έργου.


Εάν δε εξετάσουμε τον χώρο του Εργαστηρίου, παρατηρούμε ότι είναι στημένος σε προσιτή τοποθεσία, με εύκολη πρόσβαση, εγκατεστημένος έτσι ώστε ο εξωτερικός περίγυρος να είναι φυλασσόμενος και να υπάρχουν προειδοποιητικές πινακίδες που απαγορεύουν την είσοδο εις τους μη έχοντας εργασίαν, διότι είναι χώρος εργασίας και οι εργαζόμενοι εντός αυτού πρέπει αναπόσπαστοι να εργάζονται.


Τέλος, εάν εξετάσουμε τον χώρο του Χρηματιστηρίου θα παρατηρήσουμε αντιστοίχως ότι είναι στημένος στο κέντρο της πόλης με άμεση και εύκολη πρόσβαση απ' όλες τις κατευθύνσεις, έχει εγκατεστημένο σύστημα ασφαλείας υψηλού επιπέδου και ελεγχόμενη είσοδο, διότι οι εργαζόμενοι εντός πρέπει να συνεχίσουν αναπόσπαστοι το έργο τους.


Τώρα αν υποθέσουμε ότι, κάποιος/α ή κάποιοι/ες παραβιάσουν την απαγορευτική πινακίδα του εργαστηρίου ή την ελεγχόμενη είσοδο του χρηματιστηρίου (τα οποία εξ'
ορισμού της έννοιας τους και δικαιωματικά λειτουργούν την ελεγχόμενη είσοδο) και εισέλθουν στον χώρο εργασίας, δημιουργείται αναταραχή σε όλο το σύστημα, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να μη παράγουν έργο αλλά να ασχολούνται με διαφορετικά θέματα, παράγοντας χαλάρωση και εγκατάλειψη του έργου τους.


Παρατηρώντας όμως τα Μοναστήρια και το έργο που παράγουν, θα ανακαλύψουμε ότι οι απαγορευτικές πινακίδες πρόσβασης των εργαστηρίων και τα υψηλού επιπέδου συστήματα ασφαλείας των χρηματιστηρίων, συνοψίζονται εδώ απλώς στο "Άβατον" (καθότι τα Μοναστήρια είναι άρτια εξοπλισμένα από την Θεία Πρόνοια), το οποίο μόλις καταλυθεί, επιφέρει την μέγιστη χαλάρωση και άμεση εγκατάλειψη του πνευματικού έργου των μοναχών και την εργασία των πάρεργων.


Εδώ ακριβώς είναι που χάνουν το νόημά τους οι λέξεις και τα εργαστήρια γίνονται "εραστήρια" ή "αραχτήρια", τα χρηματιστήρια γίνονται "χωματιστήρια" που θάβουν και ξεθάβουν και τα Μοναστήρια γίνονται "διπλαστήρια" (όπως ακριβώς τα μοναστήρια - διπλαστήρια του "αγιωτάτου πάπα Ρώμης"), δηλαδή κοινώς όπως λέγαν και οι παππούδες μας "χάβρα των Ιουδαίων"!


Συμπερασματικά λοιπόν, ανάγεται ότι η παραβίαση, κατάλυση της ελεγχόμενης εισόδου και του άβατου συνιστά κατάφωρη παραβίαση των Νοηματικών Δικαιωμάτων των Λέξεων.

Γι' αυτό προτείνουμε στα αρμόδια όργανα της εξουσίας (βλ. κα Καραμάνου) παράλληλα των επιτροπών Δικαιωμάτων των Γυναικών και Ίσων Ευκαιριών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να συστήσουν επιτροπές και για τα Νοηματικά Δικαιώματα των Λέξεων και να ασχοληθούν με την αποφυγή της παραβίασής αυτών.

***Σημείωση***
Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 2001 με αφορμή ένα άρθρο της κας  Άννας Καραμάνου Ευρωβουλευτή ΠΑΣΟΚ που δημοσιεύθηκε την
30/05/2001 στην εφημερίδα "Τα Νέα". 

Το πνεύμα του κειμένου είναι χιουμοριστικό και δεν έχει σκοπό να αποδείξει τα αυταπόδεικτα, αλλά να υπενθυμίσει σε όλους μας και στην κα Καραμάνου ότι πολλές φορές διυλίζουμε τον κώνωπα και καταπίνουμε την κάμηλον.

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010

Η συμμετοχή του Αγίου Όρους στην Επανάσταση, μέσα από το βιβλίο «Το Άγιο Όρος» του Μοναχού Δωροθέου (Βατοπαιδινού)


Εκδόσεις Τέρτιος . Τόμος 1ος .Κεφ. ΧΧ ( σελ. 130 – 142 ) .

Το μήνυμα της Επανάστασης του 21 βρίσκει τον Άθω να δονείται από ενθουσιασμό. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη και τα πνεύματα εξημμένα. Η διάδοση της συγκλονιστικής είδησης του απαγχονισμού του εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’ ( 10 Απριλίου 1821), της τραγικής εκείνης μορφής της τόσο συνδεδεμένης με το Αγιο Όρος, η αναγγελία της Επανάστασης στο Μωριά και η μόνιμη τούρκικη τυραννία, είναι ισχυρά εναύσματα για ν’ ανάψουν τη μεγάλη πυρκαγιά.

 Στον πυρετό της Επανάστασης οι Μονές παραχωρούν στους επαναστάτες τα κανόνια τους, πυρομαχικά και τρόφιμα, ενώ μετατρέπουν τα χαλκιάδικα σε οπλουργεία. Η Ιερά Κοινότητα συντονίζει τις ενέργειες όλες, κι αυτή συγκεντρώνει τα χρήματα του αγώνα. Ταυτόχρονα καλεί τον Εμμανουήλ Παπά, που βρίσκεται από το Μάρτιο του ίδιου έτους στη μονή Εσφιγμένου, να παραλάβει τα τρόφιμα και τα πολεμοφόδια.

Ήταν πολύ εντυπωσιακός ο ξεσηκωμός εκείνος και δεν επέτρεπε αμφιταλαντεύσεις. Ο καταδυναστευόμενος λαός έδιωχνε από τις προγονικές εστίες του το βάρβαρο καταπιεστή. Ένα θούριο, ποίημα Αγιορείτη υμνογράφου, ψάλλει εναντίον του «αιμοβόρου τυράννου Σουλτάν χασάπη» και προσανατολίζει τις συνειδήσεις των επαναστατών στην ένδοξη Ιστορία τους:

« Ναι, ω πατριώται μου, ας ορκισθώμεν

Ή να νικήσωμεν ή να χαθώμεν.

Θάνατος ο ένδοξος είν’ ίδιον ημών.

Γενναίοι οπλίται, μαζί πολεμείτε

Τους τυράννους φωνείτε : σηκτίριν μπουρτά !
………………………..

Ας επαναλάβωμεν κάθε φροντίδα

Να ελευθερώσωμεν φίλην πατρίδα

Και να ανακτήσωμεν την γην την πατρικήν.»
……………………………..

Αλλά και η Ιερά Κοινότητα, χωρίς ποιητική έξαρση, όπως ο παραπάνω στιχουργός, με ανυποχώρητη όμως σταθερότητα έγραφε προς όλους τους μοναχούς: «Να στεκώμεθα δια το καλόν του Κοινού μας έως θανάτου κατά χρέος…μάχου υπέρ Πατρίδος και Πίστεως.» Κι οι αντιπρόσωποι των Μονών μεταβαίνουν στα πεδία των μαχών και εμψυχώνουν τους μαχητές τους «εν όπλοις αδελφούς Κελλιώτας και άλλους» «ποτέ μεν με λόγους αδρούς και δραστηρίους , ποτέ δε δι’ υποσχέσεων μεγάλων εκκλησιαστικών βραβείων , ποτέ δε δια δόσεως…», «δια να πολεμούν όλοι με περισσότερον θάρρος και θερμότερον ενθουσιασμόν, και επομένως να καταβληθή ο εχθρός».

Επιστρατεύει έναν ασκητή «επιστήμονα κατασκαφής χανδακίων», «μάστορι τογραματζί» που εργαζόταν στον Αλή Πασά και στέλνει στη Βίγλα να επιστατήσει στη διάνοιξη τάφρων. Άλλος πάλι, ο Διονύσιος Πύρρος ο φαρμακοποιός, επιστρατεύεται για την κατασκευή πυρίτιδας. Επίσης επιστρατεύονται τοπζίδες, δραγουμάνοι, ράφτες, κανονιέροι. Προσευχές διαβάζονται στους ναούς και κινούν σε συμπάθεια τη Μητέρα του Θεού: «Αφάνισον, Δέσποινα, τας εν τω μέσω ημών μνησικακίας, και χάρισαι ημίν αγάπην, ειρήνη, ομόνοιαν. …( οι τύραννοι) δια την μεγάλην αυτών απανθρωπίαν, εισίν άνθρωποι άσπλαγχνοι και λύκοι αχόρταστοι. Ελευθέρωσον ημάς τα τέκνα σου νυν Δέσποινα, ελευθέρωσον εκ των χειρών των Αγαρηνών και λύτρωσαι ημάς ταχέως εκ της πικράς και πολυχρονίου αιχμαλωσίας …»

Ο Εμμανουήλ Παπάς, ο αγνός εκείνος και ανιδιοτελής πατριώτης, μετά την επίσημη ανακήρυξή του σε αρχιστράτηγο του αγώνα, κατά την τελετή που έγινε στο Πρωτάτο, μεταβαίνει στον Πολύγυρο, όπου κηρύσσει την Επανάσταση, στα επαναστατημένα ήδη χωριά της Χαλκιδικής. Ο στρατός του αποτελείται από 3.900 πολεμιστές. απ’ αυτούς οι 1000 τουλάχιστον είναι Αγιορείτες μοναχοί. Δυό Μονές, η Εσφιγμένου και η Χελανδαρίου γίνονται τα προκεχωρημένα φυλάκια. Η Εσφιγμένου, έχοντας ηγούμενο τον Ευθύμιο, ιδιαίτερο γραμματέα του Αγίου Γρηγορίου του Ε’ Φιλικό και στενό συνεργάτη του Εμ. Παπά δίνεται ολόκληρη, με όλους τους μοναχούς της, στην Επανάσταση.

Εντός του Όρους, «με θέλημα του Άρχοντος (του Εμ. Παπά) και των Πατέρων του Όρους, εψηφίσθη ο κυρ Νικηφόρος (ο Ιβηρίτης) διοικητής και κριτής…, να κρίνη δηλ. και να διορθώνη τον καθένα με φόβον Θεού και διάκρισιν πολλήν, ως επίσταται». Οι μέχρι χτες ταπεινωμένοι και εξουθενωμένοι ραγιάδες ορθώνονται απέναντι του τύραννου. Ένας ποταμός από γυμνά, κάτισχνα κορμιά, με φλογερές όμως καρδιές, ξεκινά ογκούμενος από την Κουμίτσα, περνά την Ιερισσό, το Χολομώντα, τη Γαλάτιστα, τα Βασιλικά, κυνηγώντας με ορμή τους πτοημένους Τούρκους, που βρίσκουν προστασία στα τείχη της Θεσσαλονίκης: «όλα τα χωρία μας ευρίσκονται εις τα όπλα και κινούνται εναντίον του κοινού εχθρού του γένους και της πίστεως με μεγάλην θαρραλεότητα και ορμήν, ώστε οπού οι μουσουλμάνοι κυριεύονται από άκραν δειλίαν. Αναχωρούν αγεληδόν από τα χωρία των και δραπετεύουν με φόβον μεγάλον …»

Και σ’ όλες τις μάχες βρίσκεται παρών ο επίσκοπος Ιερισσού Ιγνάτιος ο Αγιορείτης που «συναγωνίζεται» με τους πολεμιστές, εμψυχώνοντάς τους. Τα χωριά των τούρκων γίνονται στάχτη: «έκαψαν και πολλά χωρία των αγαρηνών οι εδικοί μας…» ( πρόκριτοι Καλαμαριάς προς Εμ. Παπά, 2 Ιουνίου 1821) και οι επαναστάτες θριαμβεύουν: « είμεθα γυμνοί καθ’ όλα. Προχωρούμεν όμως, καίτοι αδύνατοι από τζιπχανέ ( = εφόδια), θριαμβευτικώς… Το στράτευμά μας, έως αυτήν την ώραν, επλησίασεν τριών ωρών μακρόθεν της Θνίκης » ( Ιω. Χ΄΄χρήστου προς Εμ. Παπά, 6 Ιουν.). Όλα βαίνουν καλώς: «εν ενί λόγω τρέχουν, Θεού συναιρομένου, τα πράγματα αισίως και κατά ρουν…» ( Γεδεών μον. και Δ. Νικολάου προς Εμ. Παπά , 3 Ιουν. )


Όμως όσοι συντονίζουν την Επανάσταση αρχίζουν ν’ ανησυχούν: «η ορμή των Ελλήνων είναι ακράτητος…πλην…η έλλειψις της μπαρούτης είναι το μόνον μέσον να εμποδίση και την ορμήν ταύτην» ( Εμ. Παπάς προς Σπετσιώτες, 12 Ιουν. ), ενώ οι ανάγκες αυξάνουν: «.. και ο τόπος έμεινεν ενταύθα εις μεγαλωτάτην ένδειαν από τα ανγκαία, ανθρώπους, δηλονότι, μπαρούτι, βόλια κ. α., κοντά εις τα οποία ολιγοστεύει και η ζωοτροφία μας. Ήδη ευρισκόμεθα εις μεγαλώτατον και προφανή κίνδυνον…» ( Ιερά Κοινότης προς Σπετσιώτες, 14 Ιουν. ) .

Οι Τούρκοι κατά τις επόμενες μέρες θ’ αντιληφθούν και θα πληροφορηθούν ότι πυρίτιδα υπάρχει λιγοστή στο στρατόπεδο των Ελλήνων: «μπαρούτι, το οποίον είναι πολλά σπάνιον και σχεδόν ελλειπές διόλου» ( Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν. ) . Έτσι οι όροι αντιστρέφονται. Οι αμυνόμενοι αρχίζουν να γίνονται οι επιτιθέμενοι: «…των ασεβών, των ελθόντων μέχρι Κομίτζης και καθ’ εκάστην με μέγα θράσος και αφοβίαν εφορμούντων. Επειδή κατέκαυσαν όλα τα χωρία και μετόχια, ομού με τους καρπούς… και τα μέγιστα απελπισθέντες ( οι επαναστάτες) ήρξαντο κατά μέρος δραπετεύειν …» (Ιερά Κοινότης προς Εμ. Παπά, 24 Ιουν.).

Οι υπερασπιστές, όσοι δεν πτοούνται – μοναχοί και λαϊκοί – «στέκονται αργοί, με το να μη έχουν φυσήκια» ( Ιερά Κοινότης προς Παπά , 26 Ιουν. ) Οι εχθροί πυρπολούν και την Ιερισσό, το τελευταίο προπύργιο της ηπειρωτικής Χαλκιδικής, πριν να εφορμήσουν στις Χερσονήσους: «…οι εχθροί μας ανεχώρησαν από Ερισόν, καίοντες διόλου το χωρίον» (πλοίαρχος Αθ. Μαργαρίτης προς Παπά, 13 Ιουλ. 1821). Οι δύο όμως Χερσόνησοι παραμένουν ελεύθερες: «Κατά το παρόν καταπολεμούμεν τους εχθρούς εκ των δύο χερσονήσων, της τε Κασσάνδρας και του Αγίου Όρους, ερχομένους καθ’ εκάστην καθ’ ημών με ωμότητα και θηριωδίαν…» ( Παπάς προς Λ. Κουντουριώτη, 4 Αυγ. ).

Στα στρατόπεδα δεν είναι μόνο η έλλειψη των πυρομαχικών πιεστική, αλλά και των τροφίμων. Όμως πιο τραγικό είναι η διχόνοια που εγείρεται μεταξύ των δύο αρχηγών: του Εμ. Παπά και του Ρήγα Μάνθου. Οι δύο άντρες έρχονται σε ρήξη κατά το τέλος Ιουλίου με άγνωστη έκβαση. Αλλά και όλες μαζί οι νίκες των επαναστατών έμελλε να υπερκεραστούν από μια και μόνο ήττα, εκείνη της 15 Σεπτ., στην αμυντική γραμμή της Κασσάνδρας. Στο μεταξύ ο τούρκικος στρατός, ανοργάνωτος και ηττοπαθής, ενισχύεται κατά την προέλασή του με νέες δυνάμεις.

Κατά το τέλος Ιουλίου, παύεται ο Μπαϊράμ πασάς και τοποθετείται ο βαλής Θεσσαλονίκης Μεχμέτ Εμίν Αβδουλάχ πασά ή Αβδούλ Ρομπούτ ( το δεύτερο όνομα του έδωσε αφορμή να μετονομασθεί, με την αλλαγή κάποιων γρμμάτων, σε Εμπού Λουμπούτ = Ροπαλοφόρος). Η τούρκικη επέλαση είναι σαρωτική. Στις 27 Οκτωβρίου (παλαιό ημερολόγιο) οι Τούρκοι εισέρχονται στον Πολύγυρο. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται: διαδραματίστηκαν τέτοιες «σκηνές φρικτής ακολασίας και απανθρωπίας, που για δεκάδες χρόνια έμειναν ζωηρά χαραγμένες στη μνήμη των αυτοπτών μαρτύρων».

Τρεις μέρες μετά (30 Οκτωβ.) διασπάται το αμυντικό τείχος της Κασσάνδρας και η χερσόνησος εκείνη παραδίνεται στις φλόγες. Οι χριστιανοί έχουν καταφύγει έντρομοι στον Άθω, στον μόνο τόπο που δεν πάτησαν μέχρι εκείνη τη στιγμή οι Τούρκοι. Οι ώρες είναι πολύ κρίσιμες και οι πολλαπλές μέριμνες της Ιεράς Κοινότητος επαυξάνουν την αγωνία της, να διαφυλάξει την ακεραιότητα του Τόπου και των 7.000 γυναικοπαίδων από τη Χαλκιδική και τα γύρω νησιά που βρίσκονται εδώ από την έναρξη της Επανάστασης.

Μια επιστολή της Ιεράς Κοινότητος προς τους Υδραίους (29 Ιουνίου) διεκτραγωδεί τις δραματικές εκείνες ώρες των όσων «ανδρών, γυναικών και παιδίων υπομαζίων», που έφθασαν «έως τους πρόποδας του κυρίου και δυσβάτου Άθωνος, ζητούντες με παθητικάς φωνάς και ελεεινοτάτην κατάστασιν, άρτον…» Ο εχθρός βρίσκεται προ των πυλών και το σβύσιμο της χιλιόχρονης μοναχοπολιτείας επίκειται.

Έτσι, με την κλιση της πλάστιγγας υπέρ των Τούρκων, αρχίζει και η στροφή των Αγιορειτών προς τη διαλλαγή. Λοιπόν πρώτα ελευθερώνεται ο ζαπίτης του Όρους, ο οποίος ετηρείτο καθ’ όλο το διάστημα των επιχειρήσων, στη Μονή Κουτλουμουσίου. Ο ζαπίτης, άνθρωπος περιοριμένης διανοητικότητας και ανίδεος της εξέλιξης των πραγμάτων συντάσσει αμέσως γράμμα, καθ’ υπαγόρευση βέβαια, προς τη Μονή Εσφιγμένου (9 Νοεμβ.): να του στείλουν αμέσως δέσμιους «τον λεγόμενον Άρχοντα (τον Παπά δηλαδή) μετά του επαράτου και οπαδού του Νικηφόρου, τους οποίους να τους πιάσητε και να μου τους στείλετε, ομού και τον ηγούμενόν σας…»

Μια επιτροπή από δώδεκα μοναχούς στέλνεται στον Λουμπούτ (11 Δεκ.), που είχε στρατωνίσει στο χωριό Άγιος Μάμας, της επιτροπής είχε προηγηθεί 8μελής αντιπροσωπία. Η «προσκύνησις» φαίνεται να ήταν η μόνη λύση. Έχει δε το ελαφρυντικό ότι έγινε μετά τη μάχη της Κασσάνδρας και σκηνοθετήθηκε έτσι ώστε να θεωρηθούν ένοχοι μόνο ο Εμ. Παπάς, ο Νικηφόρος Ιβηρίτης και ο Ευθύμιος Εσφιγμενίτης. Ο πασάς πιστεύοντας ότι το Όρος είναι καλά οχυρωμένο, αμφέβαλλε για την ειλικρίνεια των προθέσεων της αγιορείτικης αντιπροσωπίας.

Τελικά, αφού διαπίστωσε την αλήθεια, αναφώνησε: «Εύγε σας καλογέροι, οπού προφθάσατε και με προσκυνήσατε…! » Ο Λουμπούτ ήταν πολύ πονηρός και κέρδιζε περισσότερα με την τακτική της αλεπούς: έπρεπε πρώτα να γίνει κυρίαρχος της Χερσονήσου κι ύστερα ήξερε… Έτσι, σύμφωνα με περιγραφή του Δοσίθεου: «Εφαίνετο εις όλους γλυκύς, ήμερος, και όλος γεμάτος καλωσύνην. Το πρόσωπόν του έδειχνε εις τους ανθρώπους παντοίαν ευφροσύνην και χαράν και έλεγε προς τους καλογήρους οπού τον επροσκύνησαν ότι διόλου ας μη υποπτεύωνται, μήτε να φοβώνται και λυπούνται, καθότι τρεις ημέρας και όχι περισσότερον, οι άνθρωποί του θέλουν σταθεί εις το Όρος ».

Οι όροι που θέτει ο Τούρκος είναι επαχθέστατοι: 3.000 πουγγιά (από το λατινικό pugio, 1 πουγγί = 500 γρόσια) δηλαδή 1.500.000 γρόσια πολεμική αποζημίωση. Το τι αντιπροσωπεύει αυτό το ποσό φαίνεται αν συγκριθεί με τα 12.000 γρόσια μηνιαίο ναύλο μιας γολέτας «καλά αρματωμένης με κανόνια και λοιπά λιανά άρματα και με ναύτας στρατιώτας πεντήκοντα», να περισκοπεί τη Χερσόνησο «νύκτα τε και ημέραν».

Για την ασφαλή λήψη της αποζημίωσης ο Εμίν ζητά και δέκα έγκριτους Αγιορείτες μαζί με τις συνοδίες τους ως ομήρους στην Κωνσταντινούπολη, ενώ 100 μοναχούς, τους «μετοχιάριους» έχουν μεταφέρει στη Θεσσαλονίκη. Επίσης ζητά να του παραδοθεί ο Εμ. Παπάς, ο οποίος κρυβόταν στο Όρος και το κρησφύγετό του γνώριζαν λίγοι. Το έργο της προδοσίας ο τούρκος αναθέτει στον Εσφιγμενίτη αρχιμ. Κύριλλο. Ο Κύριλλος συναντά τον Παπά και του αποκαλύπτει το σχέδιο του Λουμπούτ κι έτσι οι δυό τους αναχωρούν από το Όρος με πλοίο, όμως ο ήρωας της Επανάστασης, «από τις αγνότερες και ηρωικότερες μορφές του Αγώνος» πεθαίνει κατά το ταξίδι «εξ αποπληξίας».

Ασφαλώς οι όροι θα ήταν σκληρότεροι αν η Ιερά Κοινότης δεν είχε τη σύνεση να ασφαλίσει τον καϊμακάμη του Όρους μαζί με τους υπαλλήλους του στη Μονή Κουτλουμουσίου καθόλο το διάστημα των πολεμικών επιχειρήσεων. Στο μεταξύ οι βάρβαροι ξεσπούν με εκδικητική μανία στον ανδρισμό της φυλής μας.

Κάποιες φράσεις από ένα έγγραφο της Ιεράς Κοινότητος (1 Μαρτίου 1822) είναι εν προκειμένω αποκαλυπτικές: οι τούρκοι οργώνουν το Όρος «ζητώντας άρματα και παιδιά…, περπατούν εις τα κελλιά από σπίτι σε σπίτι γυρεύοντας παιδιά …» και γι’ αυτό το λόγο οργανώνουν «τευτήσι» (αιφνίδιες έρευνες) στα σκηνώματα του Όρους.

Ο Λουμπούτ μετά την ανέλπιστη εκείνη νίκη και την ολοκληρωτική επικράτησή του στη Χαλκιδική προάγεται σε βεζύρη και στρατάρχη, ενώ ο σουλτάνος με γράμμα του προς αυτόν εκφράζει την ευαρέσκειά του, στέλνοντας του δώρο «μίαν χρυσοποίκιλτον ερραμμένην στολήν εκ μηλωτής ερμίνας, χάρμα των οφθαλμών, ως και μίαν σπάθην με αδαμαντοκόλλητον λαβήν».

Για την είσπραξη της αποζημίωσης ορίζεται ως εισπράκτορας ο άρχοντας στη Θεσσαλονίκη Βασματζής Σπανδωνής κι αργότερα ο γιος του Κωστάκης. Ο γιος δεν ήταν του ηθικού αναστήματος του πατέρα του. Το αρχικό ποσό των 3.000 πουγγιών, πριν περάσει χρόνος βρίσκεται αυξημένο κατά 10%. Για τη γρήγορη και αποτελεσματική είσπραξη της αποζημίωσης, οι τούρκοι βασανίζουν τους όμηρους: «έδειραν όλους ανηλεώς και κατ’ εξοχήν τον κυρ Σπανδωνήν… και ευρίσκεται ημιθανής».

Μέχρι αυτή τη στιγμή πέθαναν και δύο μοναχοί από τα μαρτύρια. Τα μοναστήρια για να μπορέσουν να ξοφλήσουν το βαρύ τίμημα, πουλούν ό,τι έχουν ή πέφτουν στα δίχτυα εβραίων και τούρκων τοκογλύφων. Η ερήμωση του Όρους και της λοιπής Χαλκιδικής είναι τραγικά και αξιοθρήνητη: « Τι παιδείαι, τι τυραννίαι είναι εις τα λοιπά μοναστήρια δεν ημπορούμεν να σας παραστήσωμεν. Είναι σχεδόν απερίγραπτα».

Κι αλλού: «υπεμείναμεν πύργους, φυλακάς, δεσμά, άλυσες, κρεμάλες κατακέφαλα …κανείς δεν μας ελυπήθη…». Ο αριθμός των μοναχών από «2.980 ονόματα» τον Αύγουστο του 1821 μειώθηκε σε λίγους μήνες κατά δύο τρίτα. Όλοι οι μοναχοί «δεν συμποσούνται ούτε εις χιλίους …άλλοι μεν τρέφονται εκ των ψιχίων των ταγινίων (ελλ. ταγή > τουρκ. Tayin = μερίδα, σιτηρέσιο) των στρατευμάτων και άλλοι με χόρτα μόνον …».

Είναι «μεγάλη η συμφορά και παντελής ο αφανισμός των εν αυτώ (Αγίω Όρει) ενασκούντων δυστυχισμένων πατέρων» αλλά και των μονών οι οποίες έφθασαν «εις τέλειον γονατισμόν». Οι τούρκοι συνεχίζουν να «παιδεύουν, να τυραννούν τους ανθρώπους» και η Ιερά Κοινότης να προκαλεί το μαρτύριο: «αν είναι του βασιλέως να μας χαλάση, ας μας χαλάση μίαν ώρα πρωτύτερα…».

Σ’ άλλο γράμμα της η Ιερά Κοινότης γράφει στον Εμίν: «κόπιασε μόνος εις τα μοναστήρια και ό,τι εύρης πάρετα. Ημείς είμεθα ευχαριστημένοι να μας αφήσης με το υποκάμισο. ..» Ο Άθως στενάζει, χωρίς να βρίσκει διαφυγή. Από την ημέρα της συνθηκολόγησης (15 Δεκ. 1821) βρίσκονται εγκατεστημένοι στο Όρος 3.000 τούρκοι οπλίτες. Στη Λαύρα μόνο εγκαθίστανται 372 καθώς και 61 άλογα. Όλοι αυτοί, απάνθρωποι και υπάνθρωποι, με το γνωστό αγέρωχο ύφος του βάρβαρου νικητή, τρέφονται από τις Μονές και υπηρετούνται από τους μοναχούς καθόλο το διάστημα των 100 μηνών που μένουν εδώ.

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2009

Καρυές - Πρωτάτο - Άξιον Εστίν

Καρυές


Η απόσταση μου φάνηκε πιο κοντά από ότι θυμόμουν από τις άλλες φορές. Τα δεκαπέντε χρόνια που περάσανε από την προηγούμενη επίσκεψή μου στο Άγιον Όρος βάλανε το χεράκι τους (ή μάλλον πολλά εργατικά χέρια), ώστε και οι αποστάσεις να μικρύνουν ακόμη και στις Καρυές.

Ο παλιός πλακόστρωτος δρόμος που θυμόμουν έχει διαπλατυνθεί και τσιμεντοστρωθεί. Δεξιά του δρόμου έχει διανοιχθεί και περιφραχθεί μια αρκετά μεγάλη έκταση που χρησιμεύει για την στάθμευση και επισκευή των διαφόρων οχημάτων που εξυπηρετούν εδώ στο Άγιον Όρος.

Αριστερά λίγο πιο κάτω, ακριβώς στην συμβολή του δρόμου μας με αυτόν που κατηφορίζει από τις Καρυές με κατεύθυνση βορειοδυτικά έχει υψωθεί ένα καινούργιο διώροφο κτήριο που ανήκει στην Ι. Μ. Δοχειαρίου.
Είναι στα τελειώματα και δύο – τρεις καλόγεροι στρώνουν πλάκες στον περιαύλιο χώρο του. Οι γνωστοί υποτακτικοί κοινοβιάτες Δοχειαρίτες πατέρες με τα φθαρμένα ζωστικά της δουλειάς και τις ασκητικές, δραστήριες μορφές.

Εργασία για καταπολέμηση και χαλιναγώγηση της σάρκας και διαρκής η ευχή του Κυρίου μας --Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με-- στον νου, για να γίνει συνήθεια. Γιατί ότι γίνεται συνήθεια στον άνθρωπο, αυτό ο άνθρωπος το εκτελεί πρόθυμα και χωρίς κόπο. Και προκειμένου να δώσουμε χώρο σε άλλες συνήθειες “μη ωφέλιμες”, καλύτερα να συνηθίσουμε στην “αέναην προσευχήν”, την συνεχή επίκληση της ευχής στο μυαλό μας.

Συγχαρητήρια στην Ι. Μ. Δοχειαρίου για το καλαίσθητο κτήριο που πρόσθεσε στις Καρυές, που αν δεν ξέρεις ότι είναι κτίσμα του 2009 θα νομίζεις ότι είναι κάποιο αριστοτεχνικά αναπαλαιωμένο. Βέβαια τα δεκαπέντε χρόνια που περάσανε από την προηγούμενη επίσκεψή μου στο Άγιον Όρος βάλανε το χεράκι τους (και άλλα πολλά εργατικά χέρια), ώστε οι Καρυές πλέον να γυαλίζουν εξωτερικά και να θυμίζουν αξιόλογους τουριστικούς προορισμούς.

Το λεωφορείο μας σταματάει στην άκρη της πλατείας και αποβιβαζόμαστε για να επιβιβαστούμε σε κάποια άλλα μικρά λεωφορειάκια που περιμένουν παρατεταγμένα δεξιά για να μεταφέρουν τους προσκυνητές προς τα διάφορα μοναστήρια.

Αριστερά τα μαγαζάκια που πουλάνε σχεδόν τα πάντα, ανακαινισμένα και τακτοποιημένα και αυτά. Μια πηγή σε καλωσορίζει και σε προσκαλεί να πιεις από το καθαρό, δροσερό νερό της.

Αρκετή κίνηση, προσκυνητές, καλόγεροι, εργάτες, 'Ελληνες, Βούλγαροι, Ρουμάνοι, Αλβανοί, οι μαθητές ενός Σέρβικου σχολείου, κάποιοι Ευρωπαίοι σίγουρα, αγροτικά διπλοκάμπινα και τζιπ κάθε είδους...

Η όλη εικόνα, μια εικαστική απόδοση ορθόδοξης συμπροσευχής μεταξύ χριστιανών διαφόρων εθνικοτήτων, με όλα τα καλά και τα άσχημα που δημιουργούμε εμείς οι άνθρωποι! Σίγουρα όμως έχω δει καλύτερες, πιο ήρεμες τέτοιες εικόνες στο παρελθόν!


Πρωτάτο - Άξιον Εστίν


Πιο κάτω αρχίζει ο δρόμος για το Πρωτάτο. Το Πρωτάτο των Καρυών, δηλ. το καθολικό των Καρυών που τιμάται στην Κοίμηση της Θεοτόκου, είναι ο αρχαιότερος ναός του Αγίου Όρους. Εδώ φυλάσσεται η θαυματουργή εικόνα "Άξιον εστίν".

Αυτή η εικόνα βρισκόταν κατά τα τέλη του Ι' αιώνα σε ένα κελί κοντά στις Καρυές που σήμερα το λένε το “Άξιον εστίν”. Την μετέφεραν στο Πρωτάτο δε, λόγω ενός θαύματος που έγινε ενώ ο γέροντας του κελιού απουσίαζε σε μια αγρυπνία στο Πρωτάτο.

Ο υποτακτικός του, που έμεινε μόνος στο κελί, φιλοξένησε κάποιον άγνωστο περαστικό μοναχό. Μαζί οι δύο μοναχοί έψαλλαν την ακολουθία του όρθρου της Κυριακής. Όταν λοιπόν έφθασαν τους θεομητορικούς στίχους της θ' ωδής του κανόνα (Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον..."), ο υποτακτικός μπροστά στην εικόνα της Παναγίας έψαλλε "Την Τιμιωτέραν", το γνωστό αρχαίο αυτό ύμνο του Αγίου Κοσμά του Ποιητή.


Ο άγνωστος μοναχός όμως άρχισε τον ύμνο διαφορετικά, προσθέτοντας στην αρχή το άγνωστο προοίμιο “Άξιον εστίν ως αληθώς...”, το οποίο προκάλεσε μεγάλο θαυμασμό στον υποτακτικό ώστε αργότερα να το ζητήσει και γραπτώς, για να μπορεί να το ψάλλει και αυτός.

Επειδή όμως δε βρέθηκε χαρτί και μελάνι μέσα στο κελί, ο άγνωστος εκείνος μοναχός που ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, χάραξε τον ύμνο με το δάκτυλό του σε μια πέτρινη πλάκα και είπε ότι έτσι πρέπει να ψάλλεται στο εξής ο ύμνος αυτός από όλους τους ορθοδόξους και έγινε άφαντος.

Έτσι λοιπόν η εικόνα, μπροστά στην οποία ψάλθηκε για πρώτη φορά ο αγγελικός ύμνος “Άξιον εστίν ως αληθώς...”, μεταφέρθηκε στο Πρωτάτο και καθιερώθηκε να γίνεται ετήσια πανήγυρη σε ανάμνηση του θαύματος και προς τιμή της Θεοτόκου.






Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Ι. Μ. Χιλιανδαρίου - Ι. Μ. Ζωγράφου - Ι. Μ. Κωνσταμονίτου - Ι.Μ. Δοχειαρίου

Ι.Μ. Χιλιανδαρίου


Σιγά – σιγά πλησιάζουμε στον πρώτο αρσανά που θα πιάσουμε, της Ι.Μ. Χιλιανδαρίου, του σέρβικου, και όπως βλέπω έχουν ανακαινισθεί τα δύο – τρία κτίσματα που ήταν για χρόνια μισοκατεστραμμένα και τώρα στέκουν όμορφα και σε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον.


Αρκετοί προσκυνητές υπάρχουν στην προβλήτα, κυρίως Σέρβοι, και ανάμεσά τους και πολλά μικρά παιδιά που κατά πάσα πιθανότητα έρχονται πρώτη φορά στο Άγιον Όρος.

Ο θαυμασμός και η απορία είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους, και τα μάτια τους είναι γεμάτα περιέργεια γι’ αυτά που για πρώτη φορά στην ζωή τους βλέπουν.

Ένα ταλαιπωρημένο, τσαλακωμένο αλλά αξιοπρεπές και αξιόμαχο φορτηγό, περιμένει τους προσκυνητές που θα αποβιβαστούν να τους μεταφέρει στην Μονή, καθότι απέχει με τα πόδια τουλάχιστον δύο - τρεις ώρες πορεία.

Ι.Μ. Ζωγράφου


Σε μικρή απόσταση είναι ο αρσανάς της Ι.Μ. Ζωγράφου, του βουλγάρικου, στον οποίο δεσπόζει ο ξεχασμένος ανεμόμυλος, ο πύργος και η αρκετά μεγάλη για αρσανά εκκλησία.

Ίσως ακούγεται λίγο παράξενο, πρώτα – πρώτα να βρίσκονται το σέρβικο και το βουλγάρικο μοναστήρι, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Άγιον Όρος είναι μία αυτόνομη μοναστική πολιτεία ορθοδόξων χριστιανών που βρίσκεται στην Ελληνική επικράτεια, και υπάρχει και ρώσικο μοναστήρι και παλαιότερα γεωργιανό (Ι.Μ. Ιβήρων) στο Άγιον Όρος, όπως και μοναχοί από όλον τον κόσμο.

Πιο πάνω από τον αρσανά, στην πλαγιά ανάμεσα στα βράχια και την βλάστηση, υπάρχει ένα κελί στο οποίο η συνοδεία που μόναζε εξέδιδε (και ίσως να εκδίδει ακόμη) το “Άγιος Αγαθάγγελος ο Εσφιγμενίτης” ένα ζηλωτικό περιοδικό. Ο Θεός να τους φωτίσει, για να μην πάει χαμένος ο αγώνας τους ο μοναχικός, ο κατά γενική ομολογία αξιέπαινος αλλά χωρίς θετικό πνευματικό αντίκρισμα.

Ι.Μ. Κωνσταμονίτου    


Σε μικρή απόσταση από τον αρσανά της Ι.Μ. Ζωγράφου βρίσκεται ο αρσανάς της Ι.Μ. Κωνσταμονίτου, ενός μοναστηριού κάπου ψηλά στο βουνό και κάπως πιο «άσημο» από τα άλλα. Αλλά οφείλω να υπενθυμίσω ότι «οι έσχατοι έσονται πρώτοι» ...
                         

Ι.Μ. Δοχειαρίου


Λίγο πιο κάτω φαίνεται η Ι.Μ. Δοχειαρίου, που από ότι θυμάμαι έχει ηγούμενο «παλληκάρι» που ξέρει να διευθετεί όλα τα θέματα της μονής της Παναγίας της Γοργοεπηκόου με τον καλύτερο τρόπο. Ίσως ήταν εκείνα τα χρόνια, από ότι θυμάμαι, η πιο περιποιημένη και δραστήρια μονή.


Όταν την επισκέφτηκα για πρώτη φορά δεν είδα μοναχούς να υπάρχουν μέσα, παρά μόνον δύο – τρείς γέροντες και ο αρχοντάρης. Όταν σήμανε Εσπερινός στην εκκλησία είδα πέντε ή έξι ακόμα γέροντες μοναχούς, το ίδιο και στην τράπεζα που ακολούθησε και στο Απόδειπνο. Επίσης   παρατήρησα ότι δεν ξεχώρισα κάποιον μοναχό σαν ηγούμενο.

Τελικά συμβιβάστηκα με την ιδέα ότι αυτοί ήταν όλοι – όλοι οι μοναχοί. Πάντως η καθαριότητα και η τάξη που επικρατούσε όπως και το ότι όλα τα κτίσματα του Μοναστηριού ήταν στην καλύτερη δυνατή κατάσταση, δεν συνηγορούσαν και πολύ σε αυτόν τον συμβιβασμό. 

Δεν έδωσα περισσότερη σημασία και πήγα στο δωμάτιο που μου είχε δώσει ο αρχοντάρης για να κοιμηθώ και να σηκωθώ για τον όρθρο. Όταν όμως σήμανε το τάλαντο για τον Όρθρο και κατέβηκα στην εκκλησία, μια μεγάλη έκπληξη με περίμενε. Η εκκλησία ήταν γεμάτη από ράσα!

Οι χοροί, και ο δεξιός και ο αριστερός, απαρτίζονταν από νεαρούς καλλίφωνους μοναχούς που με μελωδικές φωνές και με απόλυτη συμφωνία με την μελωδική γραμμή των ψαλμωδιών, (σίγουρα αποτέλεσμα αρκετών μαθημάτων), ακολουθούσαν την ανάγνωση του κανονάρχη, δημιουργώντας μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, που μόνον η υπακοή από την μια και η σταθερή καθοδήγηση κάποιου πνευματικού αλλά και πρακτικού καθοδηγητή από την άλλη μπορεί να δημιουργήσει.


Ο ηγούμενος όρθιος στο στασίδι του επέβλεπε τα τεκταινόμενα, έτοιμος, μόνο με το αυστηρό του βλέμμα να επαναφέρει την τάξη σε οποιαδήποτε (ανύπαρκτη βεβαίως) αταξία.

Η ακολουθία τελείωσε κάποια στιγμή, πήγαμε στην τράπεζα, φάγαμε και μετά βγήκα έξω από το μοναστήρι και κάθισα στο κιόσκι αναρωτώμενος που βρίσκονταν όλοι αυτοί οι μοναχοί, όλη την χθεσινή ημέρα.

Τότε είδα σιγά – σιγά να μαζεύονται σε κάποιο σημείο τα καλογέρια ντυμένοι με παλιά φθαρμένα ράσα, με ιλαρά πρόσωπα και διάφορα μικροεργαλεία στα χέρια και σε λίγο και τον ηγούμενο και να ξεκινάνε όλοι μαζί, ακολουθώντας ένα μονοπάτι.

Κατάλαβα ότι πηγαίνουν όλοι μαζί για κάποια εργασία και όπως πληροφορήθηκα μετά, πήγαιναν σε ένα σημείο περίπου μισή ώρα περπάτημα από το μοναστήρι, όπου υπήρχε ένα κελί και ένα εκκλησάκι όπου έκαναν εργασίες αναστύλωσης.

Με αυτό τον τρόπο οι νεαροί μοναχοί είχαν απασχολημένο το μυαλό τους στην δουλειά, αποφεύγοντας τους διάφορους λογισμούς, και συγχρόνως καταπονώντας το σώμα τους, απέφευγαν τις επαναστάσεις της νεανικής τους σάρκας και λέγοντας συνεχώς και την ευχή --Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με-- συνδύαζαν εργασία και προσευχή.






Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2009

Από Ουρανούπολη στην Δάφνη


Ο καιρός είναι μουντός, αλλά που και που κάποια σύννεφα παραμερίζουν και αφήνουν τις ηλιαχτίδες να περάσουν, να θερμάνουν και να φωτίσουν το πρόσωπό μου και να με κάνουν να μισοκλείσω τα μάτια. Έτσι είναι και η διάθεσή μου.

Μουντή, όπως κάθε φορά που έρχομαι στο Άγιον Όρος, αλλά και θερμή από την ελπίδα της ευλογίας που σίγουρα θα πάρω από την Παναγία μας και τον Άγιο Αθανάσιο.

Είναι βλέπετε παρών στην διαδικασία και ο επιβουλεύων την σωτηρία των ανθρώπων, ο άρχοντας του κόσμου του αιώνος τούτου του απατεώνος.

Ο οποίος βλέποντας ότι πλησιάζεις σε άλλες πολιτείες, στις οποίες η δύναμή του είναι ισχνή, και ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να χάσει προς καιρόν την εξουσία του επάνω σου, βάζει σε ενέργεια μια -διαστρεβλωτική της πραγματικότητας- πνευματική κατάσταση.

Που μπορούμε να την περιγράψουμε σαν κάποιο είδος στενοχώριας, ή ελαφριάς κατάθλιψης, ή κάποιου είδους βάρος στο στήθος προς το μέρος της καρδιάς ...

... Με την ελπίδα, ότι υποβάλλοντάς την στον άνθρωπο, θα τον κάνει να γυρίσει γρήγορα πίσω στα λημέρια τα δικά του και θα εξακολουθεί να τον έχει υποχείριό του ...


Ουρανούπολη


Το «Άξιον Εστίν» άφησε πίσω την Ουρανούπολη με τον πύργο της και πλέει κοντά στην ακτογραμμή της χερσονήσου του Άθωνος με προορισμό την Δάφνη. Όπως κοιτάζω προς την πλευρά της ξηράς, τα επιβλητικά βράχια που τα έχει σμιλέψει η αλμύρα και το συνεχές θαλασσοδαρμό, φαντάζουν σαν κάποιοι αρχαίοι ερημίτες σταθεροί στα ασκηταρειά τους, υπομονετικοί και επιμένοντας στις θέσεις τους, παρ' όλες τις αντίξοες συνθήκες.

Αυτήν την φορά δεν βλέπω τα δελφίνια που συνήθιζα να παρακολουθώ να μας συνοδεύουν σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού έως την Δάφνη, ίσως γιατί βρίσκομαι αρκετά μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας στο κατάστρωμα του καραβιού και όχι ένα – δύο μέτρα πιο πάνω όπως όταν ταξίδευα παλιά με τα ξύλινα καΐκια.‘Η μπορεί, ακόμη και τα δελφίνια να απηύδησαν από την αναξιοπιστία μας και να βρήκαν άλλα πλάσματα του Θεού πιο ευγνώμονα από τον άνθρωπο για να εκφράσουν την φιλία τους.

Οι γλάροι πάντως συνεχίζουν να τριγυρνάνε γύρω – γύρω από το «Άξιον Εστίν» σαν παλιά καταδιωκτικά αρπάζοντας στον αέρα τα κομματάκια ψωμιού που τους πετάνε οι συνταξιδιώτες προσκυνητές. Κάποια ερείπια όπως τα θυμάμαι από ένα παλιό μετόχι έχουν ανακαινισθεί και φρεσκοβαμμένα και τακτοποιημένα στολίζουν την άγρια φύση απέναντί μου.

Ένα ψαροκάικο έχει ρίξει άγκυρα σε έναν όρμο και οι ψαράδες ασχολούνται με τον «ιχθύν αυτών τον επιούσιον». Ξεχασμένοι αρσανάδες ξεφυτρώνουν που και που, περιμένοντας μάταια να πιάσει το Άξιον Εστίν για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους.