Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Από Ουρανούπολη στην Δάφνη


Ο καιρός είναι μουντός, αλλά που και που κάποια σύννεφα παραμερίζουν και αφήνουν τις ηλιαχτίδες να περάσουν, να θερμάνουν και να φωτίσουν το πρόσωπό μου και να με κάνουν να μισοκλείσω τα μάτια. Έτσι είναι και η διάθεσή μου.

Μουντή, όπως κάθε φορά που έρχομαι στο Άγιον Όρος, αλλά και θερμή από την ελπίδα της ευλογίας που σίγουρα θα πάρω από την Παναγία μας και τον Άγιο Αθανάσιο.

Είναι βλέπετε παρών στην διαδικασία και ο επιβουλεύων την σωτηρία των ανθρώπων, ο άρχοντας του κόσμου του αιώνος τούτου του απατεώνος.

Ο οποίος βλέποντας ότι πλησιάζεις σε άλλες πολιτείες, στις οποίες η δύναμή του είναι ισχνή, και ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να χάσει προς καιρόν την εξουσία του επάνω σου, βάζει σε ενέργεια μια -διαστρεβλωτική της πραγματικότητας- πνευματική κατάσταση.

Που μπορούμε να την περιγράψουμε σαν κάποιο είδος στενοχώριας, ή ελαφριάς κατάθλιψης, ή κάποιου είδους βάρος στο στήθος προς το μέρος της καρδιάς ...

... Με την ελπίδα, ότι υποβάλλοντάς την στον άνθρωπο, θα τον κάνει να γυρίσει γρήγορα πίσω στα λημέρια τα δικά του και θα εξακολουθεί να τον έχει υποχείριό του ...


Ουρανούπολη


Το «Άξιον Εστίν» άφησε πίσω την Ουρανούπολη με τον πύργο της και πλέει κοντά στην ακτογραμμή της χερσονήσου του Άθωνος με προορισμό την Δάφνη. Όπως κοιτάζω προς την πλευρά της ξηράς, τα επιβλητικά βράχια που τα έχει σμιλέψει η αλμύρα και το συνεχές θαλασσοδαρμό, φαντάζουν σαν κάποιοι αρχαίοι ερημίτες σταθεροί στα ασκηταρειά τους, υπομονετικοί και επιμένοντας στις θέσεις τους, παρ' όλες τις αντίξοες συνθήκες.

Αυτήν την φορά δεν βλέπω τα δελφίνια που συνήθιζα να παρακολουθώ να μας συνοδεύουν σε όλη την διάρκεια του ταξιδιού έως την Δάφνη, ίσως γιατί βρίσκομαι αρκετά μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας στο κατάστρωμα του καραβιού και όχι ένα – δύο μέτρα πιο πάνω όπως όταν ταξίδευα παλιά με τα ξύλινα καΐκια.‘Η μπορεί, ακόμη και τα δελφίνια να απηύδησαν από την αναξιοπιστία μας και να βρήκαν άλλα πλάσματα του Θεού πιο ευγνώμονα από τον άνθρωπο για να εκφράσουν την φιλία τους.

Οι γλάροι πάντως συνεχίζουν να τριγυρνάνε γύρω – γύρω από το «Άξιον Εστίν» σαν παλιά καταδιωκτικά αρπάζοντας στον αέρα τα κομματάκια ψωμιού που τους πετάνε οι συνταξιδιώτες προσκυνητές. Κάποια ερείπια όπως τα θυμάμαι από ένα παλιό μετόχι έχουν ανακαινισθεί και φρεσκοβαμμένα και τακτοποιημένα στολίζουν την άγρια φύση απέναντί μου.

Ένα ψαροκάικο έχει ρίξει άγκυρα σε έναν όρμο και οι ψαράδες ασχολούνται με τον «ιχθύν αυτών τον επιούσιον». Ξεχασμένοι αρσανάδες ξεφυτρώνουν που και που, περιμένοντας μάταια να πιάσει το Άξιον Εστίν για να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους.